Γιατί προτείνω συγκρότηση Βουλής Πολιτών
Γράφει ο Κώστας Χρυσογόνος*
Στην πολιτική και συνταγματική θεωρία γίνεται, συνήθως, αντιδιαστολή μεταξύ της αρχαίας άμεσης Δημοκρατίας και της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τούτο έχει βάση, στον βαθμό που στα δημοκρατικά πολιτεύματα των πόλεων-κρατών της αρχαιότητας ήταν καθοριστικός ο ρόλος της συνέλευσης των πολιτών, η οποία είναι προφανώς ανέφικτη στα σημερινά εθνικά κράτη, πρώτιστα για γεωγραφικούς και πληθυσμιακούς λόγους. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι αρχαίες πόλεις-κράτη διέθεταν και άλλα όργανα, με πολύ λιγότερα μέλη από την Εκκλησία του Δήμου (π.χ. στην αρχαία Αθήνα η Βουλή των πεντακοσίων και το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας). Τα όργανα εκείνα δεν συγκροτούνταν, όμως, με εκλογή των μελών τους (ούτε αποτελούνταν από επαγγελματίες τεχνοκράτες, όπως τα σύγχρονα δικαστήρια), αλλά με κλήρωση. Αυτή θεωρείτο ως η κατεξοχήν δημοκρατική μέθοδος ανάδειξης των αρχόντων, σε συνδυασμό με τον χρονικό περιορισμό της θητείας τους (συνήθως ενιαύσιας) και την εναλλαγή των προσώπων (π.χ. κανείς δεν μπορούσε να είναι μέλος της Βουλής για περισσότερες από δύο συνολικά θητείες). Αντίθετα, η εκλογή θεωρείτο ως κατά βάση ολιγαρχική μέθοδος. Αν και οι αρχαίες πηγές δεν είναι ιδιαίτερα αναλυτικές ως προς την αιτιολόγηση των παραπάνω αντιλήψεων για την εκλογή και την κλήρωση, είναι φανερό πως ο κλήρος, όταν πρόκειται για σώματα πολλών εκατοντάδων μελών, οδηγεί, με βάση το νόμο των πιθανοτήτων, σε αληθινά αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα. Η ίδια αρχή ακολουθείται, άλλωστε, και σήμερα στη συγκρότηση του δείγματος των δημοσκοπήσεων, όπου ένα σύνολο χιλίων ή δύο χιλιάδων ατόμων, επιλεγμένων τυχαία -αλλά κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στη γεωγραφική και κοινωνική κατανομή ενός πληθυσμού ακόμη και πολλών εκατομμυρίων- αποδίδει αξιόπιστα αποτελέσματα για τις προτιμήσεις του τελευταίου. Πολύ λιγότερο αντιπροσωπεύονται αυτές από ένα αιρετό συλλογικό σώμα, κυρίως επειδή εκείνοι οι οποίοι επιδιώκουν και επιτυγχάνουν την εκλογή τους (συνήθως διαθέτουν ελεύθερο χρόνο για να αφιερώσουν στον σκοπό αυτό), όπως και οικονομικούς πόρους, κοινωνικές διασυνδέσεις κ.ο.κ. Με άλλες λέξεις, οι αιρετοί «αντιπρόσωποι» κατά κανόνα προέρχονται από τις συγκριτικά περισσότερο ευημερούσες μερίδες ή τάξεις μιας κοινωνίας και, άρα, ανεξάρτητα από τη ρητορική που αναπτύσσουν, τα πραγματικά συμφέροντά τους τείνουν να βρίσκονται εγγύτερα σ’ εκείνες παρά στον «μέσο» κοινωνικό άνθρωπο ή στην κοινωνία ως σύνολο. Από την άποψη αυτή, η αρχαία αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ήταν μάλλον περισσότερο αντιπροσωπευτική και, τελικά, περισσότερο Δημοκρατία από τη σύγχρονη. Η πολιτική αντιπροσώπευση έλκει την ιστορική καταγωγή της από τον ύστερο μεσαίωνα, σε κοινωνικούς σχηματισμούς με κυρίαρχο τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής. Ο εκδημοκρατισμός της συντελέσθηκε τον 19ο-20ο αιώνα, με τη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος. Ακόμη και τώρα, όμως, η αντιπροσώπευση δεν έχει αποβάλει τα φεουδαρχικά γενετικά στοιχεία της, ιδιαίτερα σε χώρες της περιφέρειας και ημι-περιφέρειας του καπιταλισμού, όπου το εγχώριο κεφάλαιο είναι συγκριτικά αδύνατο, η ιδιωτική οικονομία σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτη και τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας πορώδη. Ένα εμφανές στοιχείο παθογένειας των αντιπροσωπευτικών θεσμών είναι η ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών στις ασιατικές ιδίως Δημοκρατίες (και από τον ευρωπαϊκό χώρο στην Ελλάδα). Ο «δυναστισμός» στις χώρες αυτές αποτελεί μόνο την κορυφή του πελατειακού παγόβουνου, μέσα στο οποίο κυριαρχούν δεσμοί προσωπικής υποτέλειας, όπως στη φεουδαρχία, και όχι κατά κυριολεξία πολιτικές-θεσμικές σχέσεις. Μια απάντηση στα προβλήματα αυτά θα μπορούσε να είναι η θεσμοθέτηση ενός δεύτερου νομοθετικού σώματος, συγκροτούμενου με κλήρωση από το σύνολο των ενήλικων πολιτών για σύντομη θητεία (π.χ. ενός μήνα για κάθε σύνθεση της). Αυτή η Βουλή των Πολιτών θα μπορούσε να λειτουργεί παράλληλα με τη Βουλή των (επαγγελματιών) πολιτικών και να διαθέτει αρμοδιότητα νομοθετικής αρνησικυρίας (veto) για τα νέα νομοσχέδια. Θα παρεμποδίζονταν, έτσι, αντιλαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες ενώ, κατά τα άλλα, η λειτουργία του Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος θα παρέμενε αμετάβλητη (εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη μόνο της εκλεγμένης Βουλής). Έτσι το πολίτευμα, χωρίς να πάψει να είναι Κοινοβουλευτικό, θα γινόταν πιο Δημοκρατικό.
* Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
ΠΗΓΗ
Γράφει ο Κώστας Χρυσογόνος*
Στην πολιτική και συνταγματική θεωρία γίνεται, συνήθως, αντιδιαστολή μεταξύ της αρχαίας άμεσης Δημοκρατίας και της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τούτο έχει βάση, στον βαθμό που στα δημοκρατικά πολιτεύματα των πόλεων-κρατών της αρχαιότητας ήταν καθοριστικός ο ρόλος της συνέλευσης των πολιτών, η οποία είναι προφανώς ανέφικτη στα σημερινά εθνικά κράτη, πρώτιστα για γεωγραφικούς και πληθυσμιακούς λόγους. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι αρχαίες πόλεις-κράτη διέθεταν και άλλα όργανα, με πολύ λιγότερα μέλη από την Εκκλησία του Δήμου (π.χ. στην αρχαία Αθήνα η Βουλή των πεντακοσίων και το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας). Τα όργανα εκείνα δεν συγκροτούνταν, όμως, με εκλογή των μελών τους (ούτε αποτελούνταν από επαγγελματίες τεχνοκράτες, όπως τα σύγχρονα δικαστήρια), αλλά με κλήρωση. Αυτή θεωρείτο ως η κατεξοχήν δημοκρατική μέθοδος ανάδειξης των αρχόντων, σε συνδυασμό με τον χρονικό περιορισμό της θητείας τους (συνήθως ενιαύσιας) και την εναλλαγή των προσώπων (π.χ. κανείς δεν μπορούσε να είναι μέλος της Βουλής για περισσότερες από δύο συνολικά θητείες). Αντίθετα, η εκλογή θεωρείτο ως κατά βάση ολιγαρχική μέθοδος. Αν και οι αρχαίες πηγές δεν είναι ιδιαίτερα αναλυτικές ως προς την αιτιολόγηση των παραπάνω αντιλήψεων για την εκλογή και την κλήρωση, είναι φανερό πως ο κλήρος, όταν πρόκειται για σώματα πολλών εκατοντάδων μελών, οδηγεί, με βάση το νόμο των πιθανοτήτων, σε αληθινά αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα. Η ίδια αρχή ακολουθείται, άλλωστε, και σήμερα στη συγκρότηση του δείγματος των δημοσκοπήσεων, όπου ένα σύνολο χιλίων ή δύο χιλιάδων ατόμων, επιλεγμένων τυχαία -αλλά κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στη γεωγραφική και κοινωνική κατανομή ενός πληθυσμού ακόμη και πολλών εκατομμυρίων- αποδίδει αξιόπιστα αποτελέσματα για τις προτιμήσεις του τελευταίου. Πολύ λιγότερο αντιπροσωπεύονται αυτές από ένα αιρετό συλλογικό σώμα, κυρίως επειδή εκείνοι οι οποίοι επιδιώκουν και επιτυγχάνουν την εκλογή τους (συνήθως διαθέτουν ελεύθερο χρόνο για να αφιερώσουν στον σκοπό αυτό), όπως και οικονομικούς πόρους, κοινωνικές διασυνδέσεις κ.ο.κ. Με άλλες λέξεις, οι αιρετοί «αντιπρόσωποι» κατά κανόνα προέρχονται από τις συγκριτικά περισσότερο ευημερούσες μερίδες ή τάξεις μιας κοινωνίας και, άρα, ανεξάρτητα από τη ρητορική που αναπτύσσουν, τα πραγματικά συμφέροντά τους τείνουν να βρίσκονται εγγύτερα σ’ εκείνες παρά στον «μέσο» κοινωνικό άνθρωπο ή στην κοινωνία ως σύνολο. Από την άποψη αυτή, η αρχαία αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ήταν μάλλον περισσότερο αντιπροσωπευτική και, τελικά, περισσότερο Δημοκρατία από τη σύγχρονη. Η πολιτική αντιπροσώπευση έλκει την ιστορική καταγωγή της από τον ύστερο μεσαίωνα, σε κοινωνικούς σχηματισμούς με κυρίαρχο τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής. Ο εκδημοκρατισμός της συντελέσθηκε τον 19ο-20ο αιώνα, με τη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος. Ακόμη και τώρα, όμως, η αντιπροσώπευση δεν έχει αποβάλει τα φεουδαρχικά γενετικά στοιχεία της, ιδιαίτερα σε χώρες της περιφέρειας και ημι-περιφέρειας του καπιταλισμού, όπου το εγχώριο κεφάλαιο είναι συγκριτικά αδύνατο, η ιδιωτική οικονομία σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτη και τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας πορώδη. Ένα εμφανές στοιχείο παθογένειας των αντιπροσωπευτικών θεσμών είναι η ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών στις ασιατικές ιδίως Δημοκρατίες (και από τον ευρωπαϊκό χώρο στην Ελλάδα). Ο «δυναστισμός» στις χώρες αυτές αποτελεί μόνο την κορυφή του πελατειακού παγόβουνου, μέσα στο οποίο κυριαρχούν δεσμοί προσωπικής υποτέλειας, όπως στη φεουδαρχία, και όχι κατά κυριολεξία πολιτικές-θεσμικές σχέσεις. Μια απάντηση στα προβλήματα αυτά θα μπορούσε να είναι η θεσμοθέτηση ενός δεύτερου νομοθετικού σώματος, συγκροτούμενου με κλήρωση από το σύνολο των ενήλικων πολιτών για σύντομη θητεία (π.χ. ενός μήνα για κάθε σύνθεση της). Αυτή η Βουλή των Πολιτών θα μπορούσε να λειτουργεί παράλληλα με τη Βουλή των (επαγγελματιών) πολιτικών και να διαθέτει αρμοδιότητα νομοθετικής αρνησικυρίας (veto) για τα νέα νομοσχέδια. Θα παρεμποδίζονταν, έτσι, αντιλαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες ενώ, κατά τα άλλα, η λειτουργία του Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος θα παρέμενε αμετάβλητη (εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη μόνο της εκλεγμένης Βουλής). Έτσι το πολίτευμα, χωρίς να πάψει να είναι Κοινοβουλευτικό, θα γινόταν πιο Δημοκρατικό.
* Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
ΠΗΓΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου